8 Οκτ 2012
Κωνσταντινούπολη 2004-Αθήνα 2012
1 Μαϊ 2012
Υποκρισία
11 Απρ 2012
Το πουκάμισο το θαλασσί
9 Απρ 2012
Αστοχίες και ασυναρτησίες (1)
Από το πρόγραμμα των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» (ΑΕ):
«Επανέλεγχος και αναδιατύπωση σχολικών βιβλίων και συγγραμμάτων, διόρθωση ιστορικών και ερευνητικών αστοχιών, με στόχο να αποτυπώνεται η ιστορική πραγματικότητα και να τονώνεται το φρόνημα των Ελλήνων μαθητών – σπουδαστών.»
Μισό να καταλάβω το βάθος αυτής της σκέψης, γιατί είναι εμφανές ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με φιλοσοφία. Τα ερωτήματα που τίθενται έχουν να κάνουν με τα επίπεδα της πραγματικότητας, με το αν υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα έξω απ’τον νου μας, κι άλλα τέτοια που ομολογώ δεν τα κατέχω. Ας περάσω λοιπόν στο προκείμενο. Τώρα που το σκέφτομαι ίσως το ζήτημα εδώ να έχει να κάνει και με την κβαντική θεωρία και τις παράλληλες πραγματικότητες, αλλά κι αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν κατέχω. Θα πορευτώ λοιπόν με τις ταπεινές γνώσεις μου περί Ιστορίας.
Πρέπει να διορθωθούν λέει «ιστορικές και ερευνητικές αστοχίες». Αφήνω τις «ερευνητικές αστοχίες» για τη συνέχεια και πιάνω τις «ιστορικές αστοχίες». Αν υπάρχουν «ιστορικές αστοχίες» αυτό σημαίνει ότι η Ιστορία αστόχησε, σωστά; Δηλαδή δεν πορεύτηκε σύμφωνα με κάποιες στοχεύσεις που είχαν τεθεί (αφήνω κατά μέρος το ερώτημα «από ποιον;», καίτοι βασανιστικό και βασικό – πρόκειται για ένα ερώτημα αντάξιο ενός Χέγκελ κι ούτε αυτό νιώθω ότι είμαι σε θέση να απαντήσω). Με άλλα λόγια, η Ιστορία δεν ακολούθησε την πορεία που θα ήθελε όποιος είναι αυτός ο άγνωστος που έθεσε τις στοχεύσεις. Επομένως, αν υπάρχουν «ιστορικές αστοχίες», αυτό που μας λένε ότι θέλουν να αποτυπώνεται, η «ιστορική πραγματικότητα» δεν κατέστη δυνατό να γίνει πραγματικότητα, δηλαδή δεν υφίσταται, δεν είναι πραγματικότητα στην πραγματικότητα. Κι απ’την ανάποδη να το πάρουμε, πάλι φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι αυτό που θέλουν να αποτυπώνεται δεν είναι η πραγματικότητα: δεν θέλουν να αποτυπώνεται η πραγματικότητα, η όντως συντελεσθείσα Ιστορία (τα res gesta για να το πω και λατινικά να σας εντυπωσιάσω) αλλά μια δυνητική (;), φαντασιακή πραγματικότητα η οποία λόγω «ιστορικών αστοχιών» δεν πραγματώθηκε. Ακόμα πιο απλά, ή αυτό που θα αποτυπώνεται δεν είναι η πραγματικότητα, ή η «πραγματικότητα» (ό,τι εννοούν οι συντάκτες του κειμένου με τον όρο πραγματικότητα) είναι εξ’ορισμού μη αποτυπώσιμη καθότι μη πραγματική, μη συντελεσθείσα.
Ομολογώ ότι τώρα μπερδεύτηκα κι εγώ (αλλά πού να συγκριθεί βέβαια η δική μου σκέψη μ’αυτή των Ανεξάρτητων Ελλήνων). Η φωνή της λογικής μου λέει «πάρ’το άλλιως». Το παίρνω λοιπόν ανάποδα. Είδαμε σε τι αδιέξοδο μας φέρνει η προσπάθεια να συμφιλιώσουμε τις «ιστορικές αστοχίες» με την «ιστορική πραγματικότητα». Άρα, για να αποτυπώνεται η επιθυμητή (απ’τους συντάκτες του κειμένου πάντα) «ιστορική πραγματικότητα», πρέπει πράγματι να διορθωθούν οι περί ων ο λόγος «ιστορικές αστοχίες». Δεδομένου ότι κανονικά (σύμφωνα με τους κανόνες περί χρόνου με τους οποίους πορεύεται η ανθρωπότητα εδώ και κάτι αιώνες – κανόνες που σε μεγάλο βαθμό είναι κατασκευασμένοι απ’τον άνθρωπο και άρα σηκώνουν συζήτηση, το ομολογώ, αλλά τι να κάνουμε, αυτούς τους κανόνες έχουμε αυτή τη στιγμή) η Ιστορία έχει να κάνει με συντελεσμένα γεγονότα (τα res gesta που λέγαμε παραπάνω), οι «ιστορικές αστοχίες» βρίσκονται σ’αυτό που ο κοινός (φευ, υπερβολικά απλός, απλοϊκός θα έλεγα!) νους συνηθίζει να αποκαλεί παρελθόν. Ένας μόνο τρόπος υπάρχει λοιπόν για να διορθωθούν. Καλά το καταλάβατε (το ήξερα ότι είστε οξυδερκείς): time travel !
Θέλω να πιστεύω ότι οι ΑΕ έχουν στην κατοχή τους τα σχέδια της πρώτης μηχανής του χρόνου. Επομένως, με το που θα έρθουν στα πράγματα, θα εγκρίνουν τα απαραίτητα κονδύλια για την κατασκευή της – είμαι σίγουρη ότι τα κονδύλια θα βρεθούν, όπως ακριβώς βρίσκονται πάντα χρήματα για τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς: πρόκειται για εθνική ανάγκη! Κι έτσι, οι άξιοι μηχανικοί της πατρίδας μας (ο κλάδος τους μαστίζεται απ’την ανεργία, μην το ξεχνάμε) θα κατασκευάσουν την εν λόγω πρωτοποριακή χρονομηχανή για να διορθωθούν οι «ιστορικές αστοχίες». Εδώ μπορείτε να φανταστείτε τον Πάνο Καμμένο στις παρακάτω ένδοξες στιγμές: με χλαμύδα να αποτρέπει την κατάκτηση της Ελλάδας απ’τους Ρωμαίους ∙ με στολή παραλλαγής (ξέρω, αναχρονισμός, αλλά εκεί θα κολλήσουμε; Στο κάτω-κάτω, ας ωφεληθούμε κι απ’τις σύγχρονες εφευρέσεις) να κλείνει την κερκόπορτα στα μούτρα του προδότη που την ξέχασε ανοιχτή την ώρα που βγήκε να κατουρήσει στην έξω μεριά των τειχών της Κωνσταντινούπολης ∙ μυστικοσύμβουλο του Βενιζέλου (του Ελευθερίου, όχι του Ευάγγελου) να κατοχυρώνει τη συνθήκη των Σεβρών άπαξ και δια παντός. Έτσι, οι «ιστορικές αστοχίες» θα έχουν διορθωθεί και θα έχουμε την επιθυμητή πραγματικότητα: την Ελλάδα των δύο ηπείρων (με μικρό αυτό, δεν θέλουμε δύο Ηπείρους, να γεμίσουμε ξανθούς και ροδομάγουλους κτηνοτρόφους αμφίβολης γλωσσικής κατάρτισης και ύποπτων εθνικών φρονημάτων) και των πέντε θαλασσών, παγκόσμια υπερδύναμη, κέντρο του κόσμου (και της διεθνούς τσινετσιτά, αφού θα πραγματοποιηθούν και τα υπόλοιπα σημεία του προγράμματος των ΑΕ – βλ. «Διασύνδεση της πολιτιστικής μας βιομηχανίας (Θέατρο, Ιστορία, Μυθολογία, Φιλοσοφία, Ανθρωπισμός, Επιστήμες) με άλλες, όπως αυτή του κινηματογράφου, ώστε να καταταχθεί η χώρα στο χάρτη με τους ιδανικούς προορισμούς της παγκόσμιας βιομηχανίας κινηματογράφου για τη δημιουργία ταινιών με έντονο ελληνικό ενδιαφέρον ή χρώμα.»).
Θέλω λοιπόν να πιστεύω πως οι ΑΕ έχουν στα χέρια τους τα σχέδια της πρώτης χρονομηχανής. Κι αυτό γιατί στην αντίθετη περίπτωση δύο είναι οι πιθανότητες. Η πρώτη είναι να μας κοροϊδεύουν, αφού δεν θα μπορέσουν να διορθώσουν τις «ιστορικές αστοχίες». Η δεύτερη είναι να σκοπεύουν να κάνουν κανονικότατη απάτη: να ξαναγράψουν την Ιστορία – να επέμβουν όχι στα ίδια τα res gesta αλλά στην καταγραφή τους, η οποία κανονικά αποτελεί καταγραφή συντελεσμένων γεγονότων, historia rerum gestarum για να ξαναεντυπωσιάσω με το λατινικό μου – να ξαναγράψουν λοιπόν την Ιστορία όπως τους βολεύει, ώστε αυτό που θα διαβάζουν οι «μαθητές και σπουδαστές» να ταιριάζει με τη φαντασίωση των ΑΕ για την «ιστορική πραγματικότητα». Κι ας λέει ό,τι θέλει η αληθινή πραγματικότητα, αυτή που γύρω μας θα συνεχίζει να κινείται την ώρα που εμείς θα κοιμόμαστε ήρεμοι, νανουρισμένοι απ’το κύμα των φαντασιακών πέντε ελληνικών θαλασσών. Τώρα που το σκέφτομαι, μήπως αυτό θέλουν οι ΑΕ; Μήπως γι’αυτό αναφέρονται και σε «ερευνητικές αστοχίες»;
Συνεχίζεται (μάλλον).
ΥΓ. Και μετά μου λέτε σας δυσκολεύει ο Βέλτσος. «Ανεξάρτητους Έλληνες» διαβάσατε τελευταία;
ΥΓ. Σοβαρά τώρα, διαβάστε αυτό εδώ.
2 Απρ 2012
«Κατοχή», «προδοσία», «προδότες»: λέξεις ενός απολιτικού λόγου
Είναι πια κοινός τόπος ότι το πολιτικό σύστημα, μετά από δύο χρόνια πρωτοφανούς και από κάθε άποψη παράλογης (αφού δεν φέρνει τα αποτελέσματα που διαφημίζουν οι θιασώτες της) λιτότητας, βρίσκεται σε μεγάλη κρίση νομιμοποίησης. Κι είναι λογικό να είναι έτσι, και σχεδόν αυταπόδεικτο ότι δεν βρισκόμαστε σε περίοδο κανονικότητας της δημοκρατίας. Οι πολίτες είναι εμφανώς δυσαρεστημένοι -και οργισμένοι- με την πολιτική που ακολουθείται (όπως δείχνουν οι μεγάλες διαδηλώσεις ή οι διάφορες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον πολιτικών), ενώ οι πολιτικοί όλο και περισσότερο μιλάνε για κατάσταση έκτακτης εθνικής ανάγκης για να δικαιολογήσουν την ακολουθούμενη πολιτική αλλά και τις διαδικασίες με τις οποίες εφαρμόζεται (με την ψήφιση κατεπείγοντων πολυνομοσχεδίων). Ταυτόχρονα, στη βουλή έχουν επέλθει, απ’τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές και μετά, τέτοιες αλλαγές που επιτρέπουν να αμφιβάλλουμε για το κατά πόσο αυτό το όργανο εκφράζει πραγματικά τη βούληση του έθνους: βουλευτές που εφαρμόζουν απ’την αρχή ένα πρόγραμμα διαφορετικό απ’αυτό με το οποίο εκλέχτηκαν, άλλοι που έχουν μετακινηθεί σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, κι ένα κόμμα αξιωματικής αντιπολίτευσης που στηρίζει μια κυβέρνηση συνεργασίας (ας μην πούμε συγκυβερνά και το κακοκαρδίσουμε) με τον κυριότερο αντίπαλό του, το κόμμα της πλειοψηφίας των εκλογών του 2009 (βλ. και το "μεταξύ τύπου και ουσίας" του Χασοδίκη). Και βέβαια, ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο σχηματίστηκε η παρούσα κυβέρνηση, υπό τον (μη εκλεγμένο) κ. Παπαδήμο, φαίνεται να είναι στα όρια της συνταγματικότητας.
Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με την καθόλου δημοκρατική συμπεριφορά της αστυνομίας (χρήση βίας, προληπτικές προσαγωγές, κλείσιμο σταθμών του μετρό σε κάθε διαδήλωση), κάνουν αρκετούς να μιλάνε για χούντα. Ως προς τη χρήση αυτού του όρου, οι αντιρρήσεις μου είναι δύο. Πρώτον, μια (υπερβολική ίσως, σίγουρα θεωρητική και χωρίς πολιτικό ενδιαφέρον) επιθυμία ακρίβειας στη χρήση των όρων: όσο έλλειμμα νομιμοποίησης κι αν έχει η παρούσα εξουσία, το κοινοβούλιο λειτουργεί και η εκλεγμένη το 2009 πλειοψηφία δεν ανατράπηκε βίαια. Δεύτερον, κι αυτό είναι πιο πολιτικό, η εξουσία αυτή τη στιγμή δεν χρησιμοποιεί βία σε τέτοιο βαθμό ώστε η βία της και μόνο να μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν ανατρέπεται. Με άλλα λόγια, είναι εμφανές ότι έχει ακόμα μια κάποια νομιμοποίηση: δεν χρησιμοποιείται τόση βία απ’τη μεριά της εξουσίας ώστε να καταπνίγεται κάθε αντιπολιτευτική φωνή εν τη γενέσει της, και άρα αν η επιθυμία ανατροπής της ήταν τόσο μεγάλη μπορεί και να είχε επικρατήσει, π.χ. με τη συνέχιση των μεγάλων συγκεντρώσεων του περσινού Μαΐου-Ιουνίου. Τούτων λεχθέντων, και δεδομένου ότι ούτε εγώ πιστεύω πως βρισκόμαστε σε περίοδο δημοκρατικής κανονικότητας (ο όρος «δημοκρατικός αυταρχισμός» του Αχμέτ Ινσέλ μου φαίνεται ο πιο κατάλληλος για να περιγράψουμε την παρούσα κατάσταση), δεν θεωρώ ότι η χρήση του όρου χούντα για τη σημερινή κατάσταση έχει αρνητικές συνέπειες – εκτός ίσως απ’την αναπαραγωγή της (λανθασμένης, κατά την άποψή μου) αντίληψης ότι υπάρχει τέτοια κρίση νομιμοποίησης ώστε να επίκειται μια επανάσταση.
Για τη χρήση της λέξης «κατοχή», όμως, έχω μεγάλες αντιρρήσεις. Καταρχάς, χρησιμοποιείται πολύ συχνά μέσα σ’έναν «εθνικοπατριωτικό» λόγο ∙ προάγει δηλαδή τον εθνικισμό και παρουσιάζει ως εχθρούς τους ξένους. Κι αν εχθροί είναι, χωρίς κοινωνική διάκριση, οι ξένοι, αυτό σημαίνει ότι εχθρός είναι π.χ. ο Γερμανός εργάτης αλλά δεν είναι ο Έλληνας καπιταλιστής. Χρησιμοποιείται επίσης (αυτό ισχύει σ’ένα βαθμό και για τον όρο «χούντα») μέσα σ’έναν οίστρο επαναστατικότητας, όπου μεγαλύτερος επαναστάτης είναι αυτός που φωνάζει περισσότερο, αυτός που χρησιμοποιεί τους πιο έντονους όρους – με αποτέλεσμα να χάνεται η ουσία, να χάνονται τα πολιτικά επιχειρήματα. Και φυσικά, αν λάβουμε υπόψη μας και τους όρους «προδότες», «νενέκοι» και άλλα συναφή που χρησιμοποιούνται μαζί με την «κατοχή», έχουμε μπροστά μας έναν υπεραπλουστευτικό λόγο, ο οποίος επιπλέον διχάζει -αντί να συσπειρώνει- και μάλιστα έχει την τάση να κατατάσσει στην κατηγορία των «προδοτών» όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους, ακόμα κι αυτούς με τους οποίους η διαφωνία έγκειται όχι στην εναντίωση στην πολιτική λιτότητας των μνημονίων, αλλά σε επιμέρους ζητήματα, π.χ. στο αν είναι ή όχι επιθυμητή η έξοδος απ’την ευρωζώνη.
Ακόμα περισσότερο όμως, ο λόγος περί «κατοχής», «προδοτών» κλπ. είναι βαθιά απολιτικός και στην πραγματικότητα δέχεται και αναπαράγει τον λόγο περί έκτακτης εθνικής ανάγκης που προβάλλει η εξουσία. Η εξουσία προσπαθεί εμφανώς και συστηματικά να βγάλει απ’τη μέση την πολιτική: μιλάει διαρκώς για εθνική ανάγκη που επιβάλλει τη σύμπνοια στην εφαρμογή της μίας και μοναδικής «εθνικής» πολιτικής ∙ οποιαδήποτε αντίρρηση σ’αυτή την πολιτική δεν αντιμετωπίζεται σαν αυτό που είναι, μια εναλλακτική πολιτική επιλογή, αλλά θεωρείται εθνικώς επικίνδυνη, με άλλα λόγια προδοτική. Η απάντηση σ’αυτή τη λογική είναι η προβολή και ενίσχυση του πολιτικού, η συστηματική προώθηση της ιδέας ότι, μπροστά στα οικονομικά -και στην πραγματικότητα βαθιά πολιτικά- προβλήματα που αντιμετωπίζουμε, μπορούν να υπάρξουν πολλές πολιτικές, με διαφορετικούς στόχους: η πολιτική την μνημονίων έχει ως στόχο να διασώσει ένα χρεοκοπημένο -με την κυριολεκτική και μεταφορική έννοια του όρου- σύστημα εις βάρος της κοινωνίας ∙ μια εναλλακτική πολιτική θα έχει ως στόχο την προστασία της κοινωνίας, ενδεχομένως και τη δημιουργία ενός εντελώς νέου μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης.
Ας μη μεταφέρουμε λοιπόν τη διαμάχη στο πεδίο που έχει διαλέξει και προετοιμάσει ο αντίπαλος - γιατί αυτό γίνεται όσο μιλάμε για «προδοσία». Δεν μας ενδιαφέρει η αντίληψη ότι υπάρχει μόνο μία εθνικώς ενδεδειγμένη πολιτική κι οτιδήποτε άλλο αποτελεί προδοσία. Δεν θέλουμε συνθήκες έκτακτης ανάγκης όπου μόνο μία πολιτική θα είναι νομιμοποιημένη - ακόμα κι αν αυτή η «μοναδική πολιτική» είναι η «δική μας». Στην πραγματικότητα, η δική μας αντίληψη είναι ότι το εθνικό είναι το δημοκρατικό, είναι το πεδίο στο οποίο μπορούν να αναμετρηθούν διαφορετικές πολιτικές. Σ’αυτό το πεδίο μπορεί εύκολα να καταδειχτεί ότι η προωθούμενη ως μόνη εθνικώς ορθή πολιτική είναι αναποτελεσματική και άδικη κι ότι μια άλλη πολιτική είναι και εφικτή και ευκταία.
23 Μαρ 2012
Αντί πανηγυρικού: κλήρος και Ελληνική Επανάσταση
Από το ρεπορτάζ του Βήματος για την επίσκεψη του νέου υπουργού παιδείας στον αρχιεπίσκοπο:
Ο υπουργός εξέφρασε τη βαθιά του πίστη, αλλά και την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και την παράδοσή της.
«Εχω βαθιά πίστη, όπως ο απλός Έλληνας πιστεύει» είπε ο υπουργός και συνέχισε τονίζοντας ότι είναι επίκαιρη η στιγμή που επισκέπτεται τον αρχιεπίσκοπο διότι, σε λίγο, «θα γιορτάσουμε την παλιγγενεσία του έθνους, που συνδέεται με την παρουσία του κλήρου. Δίπλα στον Κοραή, ήταν ο Νεόφυτος Δούκας, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων κλπ. Και βεβαίως, δεν ξεχνάμε τον Αθανάσιο Διάκο».
Ο υπουργός τόνισε ότι η Παιδεία δεν μπορεί να αφίσταται από την Ορθοδοξία. Μάλιστα, εξέφρασε τον σεβασμό και την ευγνωμοσύνη του για όσα προσφέρει η Ορθοδοξία και η Εκκλησία στον λαό, ενώ δήλωσε ότι θα είναι κοντά στην Εκκλησία.
Η Ελληνική Νομαρχία, ένα από τα κείμενα που προετοίμασαν την Ελληνική Επανάσταση έχει μια διαφορετική άποψη για τον κλήρο:
«Οι ιερείς, αγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν καθόλου διάφορον, από τους λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε επροσπάθησαν, με τον μέσον της θεότητος, να καταδυναστεύσουν τους συμπολίτας των, καθώς μέχρι της σήμερον, με την αμάθειαν και κακομάθησιν επέτυχον του σκοπού των. Αυτοί, καλύπτοντες με τίτλον αγιότητος τα πλέον φανερά ψεύματα, εγέμισαν τους αδυνάτους νόας του λαού από μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε οπού, αντί να ονομάσουν ψεύμα το αδύνατον, το ονομάζουν άγιον, και ούτως αδιστάκτως πιστεύουσιν εις το κάθε τους λόγον, ούτε τολμούσι να εξετάσωσι το παραμικρόν, μάλιστα δε τους είναι εμποδισμένον.
Όσα έπρεπεν όμως να ειπή τινάς δι’αυτήν την κλάσιν, η συντομία του παρόντος μου λόγου μου τα εμποδίζει. Και μόνον αφήνω να στοχασθή καθείς, ότι τόσον πλήθος αργών και αμαθών ανθρώπων, όπου ζώσι, τρυφούσι, και πλουτίζουσι από τους κόπους των λοιπόν, πόσον μεγαλείτερον είναι, απ’όλα τα βάρη μιας υποδουλωμένης πολιτείας, και πόσον βοηθεί την τυραννίαν τοιαύτη κλάσις, ούσαι και αι δύο δυνάμεις ιδεαστικαί και ανύπαρκτοι.»
Μια αντιπαραβολή των δύο παραπάνω κειμένων οδηγεί σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Αντί για οποιοδήποτε σχόλιο, ξαναβάζω εδώ τις «5 βασικές ιστορικές γνώσεις», που είχα δημοσιεύσει στο μπλογκ τον Οκτώβριο του 2009:
1. Η Ιστορία διδάσκει;
Όχι. Η Ιστορία μάς εξηγεί πώς φτάσαμε στο σημείο που φτάσαμε. Μαζί με άλλες επιστήμες (π.χ. κοινωνιολογία, ανθρωπολογία) προσπαθεί να δείξει πώς λειτουργεί η κοινωνία. Ούτε νουθετεί, ούτε μας δίνει «παραδείγματα» με τον τρόπο που τα εννοούσε η δασκάλα μας στο δημοτικό.
2. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται;
Όχι. Μ’όλο τον σεβασμό στον Μαρξ, ούτε καν ως φάρσα. Μπορεί να ξανατεθεί ένα πρόβλημα που δεν είχε λυθεί οριστικά (όπως για παράδειγμα ξανατέθηκε το πρόβλημα των βαλκανικών εθνικισμών μετά το 1989), αλλά, ακόμα και σ’αυτή την περίπτωση, θα τεθεί με νέους όρους.
3. Υπάρχει συνέχεια στην ελληνική Ιστορία, ισχύει δηλαδή το σχήμα που διδασκόμαστε στο σχολείο, αρχαία Ελλάδα - Βυζάντιο - σύγχρονη Ελλάδα;
Όχι. Το σχήμα αυτό δημιουργήθηκε στα μέσα-τέλη του 19ου αιώνα από δύο σπουδαίους ιστορικούς, τον Σπ. Ζαμπέλιο και τον Κων. Παπαρρηγόπουλου. Και ήταν σπουδαίοι ακριβώς επειδή έκαναν αυτό ακριβώς που επέτασσε η εποχή τους: έφτιαξαν μια εθνική ιστορία, στην οποία μπόρεσε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος να βασίσει την εσωτερική του ενότητα και τις βλέψεις του για ενσωμάτωση νέων εδαφών και πληθυσμών, δηλαδή τη Μεγάλη Ιδέα.
4. Έπαιξε ρόλο η Εκκλησία στην «εθνική παλιγγενεσία»;
Όχι. Για την ακρίβεια, ακόμα κι η ερώτηση αυτή είναι λανθασμένη. «Εθνική παλιγγενεσία» (αναγέννηση του έθνους δηλαδή) δεν υπάρχει, για τον απλό λόγο ότι το έθνος είναι φαινόμενο του 18ου – 19ου αιώνα. Πιο πριν δεν υπήρχε, άρα ούτε να «ξαναγεννηθεί» μπορούσε, ούτε να «αφυπνιστεί». Η Εκκλησία δεν υπήρξε θεματοφύλακας του έθνους, γιατί έθνος με τη σύγχρονη έννοια δεν υπήρχε. Βοήθησε στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, σίγουρα, όπως και της χριστιανικής πίστης, αλλά μέχρι εκεί. Η προετοιμασία για την Επανάσταση του 1821 (Διαφωτισμός, Φιλική Εταιρεία...) και η Επανάσταση έγιναν από λαϊκούς (λόγιους, εμπόρους...), μερικοί μάλιστα από τους οποίους ήταν αντικληρικαλιστές (ενάντια στο παπαδαριό σε απλά ελληνικά), όπως φαίνεται π.χ. από την «Ελληνική Νομαρχία» κι άλλα έργα του νεοελληνικού Διαφωτισμού και από τα επαναστατικά Συντάγματα. Άνθρωποι του κατώτερου κλήρου (δηλαδή ο παπα-Γιώργος που μένει εδώ πιο κάτω κι ο διάκος του) έλαβαν μέρος, αλλά μόνον ατομικά. Η Εκκλησία αφόρισε την Επανάσταση – Εκκλησία ήταν, φύσει και θέσει συντηρητικός θεσμός, και δεν έβλεπε με καλό μάτι τις ριζοσπαστικές αλλαγές (και τα έβρισκε και μια χαρά με την οθωμανική εξουσία). Είναι επίσης γνωστό και τεκμηριωμένο ότι κρυφό σχολειό δεν υπήρχε κι ούτε ορκίστηκαν οι οπλαρχηγοί στην Αγ. Λαύρα. Αφήστε δε που η Επανάσταση δεν έγινε στις 25 Μαρτίου αλλά στις 20 – διάλεξαν να τη γιορτάζουν στις 25 για να είναι 2 σε 1 με τον Ευαγγελισμό, όταν πια το ελληνικό κράτος επέλεξε να συνδεθεί με την εκκλησία. Αυτοί δε οι μύθοι περί ρόλου της Εκκλησίας μάς ήρθαν πακέτο με την εθνική ιστοριογραφία (βλ. πιο πάνω, Παπαρρηγόπουλος), για να υποστηριχθεί η Μεγάλη Ιδέα: αν αποδεικνυόταν ότι Έλληνες=Χριστιανοί, τότε και Χριστιανοί=Έλληνες, άρα Ορθόδοξοι Χριστιανοί υπόκοοι Οθωμανικής Αυτοκρατορίας = αλύτρωτοι Έλληνες, επομένως δώστε μας τη Σμύρνη και την Πόλη!
5. Εξελίσσεται η επιστήμη της Ιστορίας;
Ναι. Λογικό είναι να πει κάποιος «τι διαφορά έχει αν θα διαβάσω τον Παπαρρηγόπουλο ή κάποιο πιο καινούριο βιβλίο ελληνικής Ιστορίας; Τα ίδια δεν θα λένε; Αφού δεν άλλαξαν τα γεγονότα εντωμεταξύ.» Σύμφωνοι, τα γεγονότα δεν αλλάζουν. Βγαίνουν όμως στην επιφάνεια καινούρια στοιχεία για τα γεγονότα, και κυρίως αλλάζει ο τρόπος που τα βλέπουμε και τα εντάσσουμε σ’ένα σύνολο για να τα νοηματοδοτήσουμε. Ένα βιβλίο με ξεπερασμένη ιστοριογραφική αντίληψη αποτελεί πια το ίδιο Ιστορία, δεν χρησιμεύει παρά μόνο στους ιστορικούς, κι ακόμα και σ’αυτούς μέχρι ένα σημείο. Ο ιστορικός πρέπει να ξέρει ιστοριογραφία (που μας λέει πώς γράφεται η Ιστορία και πώς καταλάβαιναν κι έγραφαν την Ιστορία παλιότερα). Αν όμως δεν το απαιτεί για πολύ ειδικούς λόγους το συγκεκριμένο αντικείμενο της έρευνάς του, δεν χρειάζεται να κάτσει να διαβάσει όλο τον Παπαρρηγόπουλο. Θα καθόταν σήμερα κάποιος να μάθει Μαθηματικά ή Φυσική από ένα βιβλίο του 19ου αιώνα; Δεν νομίζω, γιατί αν και οι βάσεις (κι εννοώ τα εντελώς βασικά, π.χ. ο νόμος της βαρύτητας) είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες ή αιώνες (και δεν έχουν αλλάξει βέβαια), ένα απαρχαιωμένο βιβλίο και δεν θα τα παρουσιάζει με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο και δεν θα περιλαμβάνει τις πιο καινούριες γνώσεις.



